Go to full page →

ΚΕΦΆΛΑΙΟ 37—ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΠΑΥΛΟΥ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ ΠΑ 343

(Βασίζεται στις Πράξεις 20:4 - 21:16.) ΠΑ 343.1

Ο Παύλος επιθυμούσε πολύ να φθάσει στα Ιεροσόλυμα πριν από το Πάσχα, επειδή θα είχε τότε την ευκαιρία να συναντήσει αυτούς που θα ερχόταν από όλα τα μέρη του κόσμου για να παρευρεθούν στη γιορτή. Πάντοτε έτρεφε την ελπίδα ότι κατά κάποιον τρόπο θα μπορούσε να συντελέσει στο να απομακρύνει την προκατάληψη των απίστων συμπατριωτών του, ώστε να μπορέσουν να δεχθούν το πολύτιμο φώς του Ευαγγελίου. Επιθυμούσε επίσης να έρθει σε επαφή με την εκκλησία των Ιεροσολύμων και να τους φέρει δώρα που έστειλαν οι εκκλησίες των Εθνικών Χριστιανών στους φτωχούς αδελφούς της Ιουδαίας. Ήλπιζε ακόμη ότι με την επίσκεψη αυτή θα μπορούσε να δημιουργήσει σταθερότερες σχέσεις μεταξύ των Ιουδαίων και Εθνικών προσήλυτων της χριστιανικής πίστης. ΠΑ 343.2

Αφού τελείωσε το έργο του στην Κόρινθο, απεφάσισε να πλεύσει κατευθείαν σε ένα από τα λιμάνια της Παλαιστινιακής ακτής. Όλες οι σχετικές προετοιμασίες είχαν γίνει και ήταν έτοιμος να επιβιβασθεί στο πλοίο, όταν τον πληροφόρησαν ότι οι Ιουδαίοι είχαν συνωμοτήσει να τον θανατώσουν. Στο παρελθόν όλες οι προσπάθειες των ανταγωνιστών της πίστης να τερματίσουν το έργο του αποστόλου είχαν ματαιωθεί. ΠΑ 343.3

Η επιτυχία που συνόδευε το κήρυγμα του Ευαγγελίου προκάλεσε ξανά την οργή των Ιουδαίων. Από παντού έρχονταν οι ειδήσεις της εξάπλωσης της νέας διδαχής σύμφωνα με την οποία οι Ιουδαίοι απαλλάσσονταν από την υποχρέωση να τηρούν τα έθιμα του τελετουργικού νόμου και οι Εθνικοί απολάμβαναν ίσα με τους Ιουδαίους προνόμια σαν τέκνα του Αβραάμ. Κηρύττοντας στην Κόρινθο, ο Παύλος παρουσίασε τα ίδια επιχειρήματα τα οποία τόσο δυναμικά εξέθετε στις επιστολές του. Η κατηγορηματική δήλωσή του: «Δεν είναι Έλλην και Ιουδαίος, περιτομή και ακροβυστία» (Κολ. 3:11,) θεωρείτο από τους εχθρούς του σαν απροκάλυπτη βλασφημία και αποφάσισαν ότι η φωνή του έπρεπε να σιγήσει. ΠΑ 343.4

Αφού προειδοποιήθηκε για τη συνωμοσία, ο Παύλος απεφάσισε να ταξιδέψει κάνοντας ένα γύρο και περνώντας από τη Μακεδονία. Το αρχικό του σχέδιο να βρεθεί στα Ιεροσόλυμα για την τελετή του Πάσχα εγκαταλείφτηκε, αλλά έλπιζε ότι θα έφθανε εκεί για την Πεντηκοστή. Τον Παύλο και το Λουκά συνόδευαν ο «Σώπατρος ο Βεροιαίος και εκ των Θεσσαλονικέων Αρίσταρχος και Σεκούνδος και Γάϊος ο εκ Δέρβης και ο Τιμόθεος, Ασιανοί δε ο Τυχικός και ο Τρόφιμος.» Ο Παύλος έφερνε μαζί του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό προερχόμενο από τις Εθνικές Εκκλησίες και λογάριαζε να το παραδώσει στα χέρια των υπευθύνων αδελφών του έργου στην Ιουδαία. Γι’ αυτό το λόγο είχε κανονίσει να τον συνοδέψουν στα Ιεροσόλυμα οι αδελφοί αυτοί που αντιπροσώπευαν τις διάφορες συνδρομήτριες Εκκλησίες. ΠΑ 344.1

Ο Παύλος παρέτεινε την παραμονή του στους Φιλίππους για να γιορτάσει το Πάσχα. Μόνο ο Λουκάς είχε μείνει μαζί του. Τα άλλα μέλη της ομάδας είχαν πάει στην Τροία για να τον περιμένουν εκεί. Οι Φιλιππήσιοι ήταν οι πιο αγαπητοί και οι πιο αφοσιωμένοι από τους προσήλυτους του αποστόλου και στις οκτώ ημέρες της γιορτής απήλαυσε ήσυχη και ευχάριστη επικοινωνία μαζί τους. ΠΑ 344.2

Αποπλέοντας από τους Φιλίππους, ο Παύλος και ο Λουκάς συνάντησαν πέντε ημέρες αργότερα τους συντρόφους τους στην Τροία, όπου πέρασαν μία εβδομάδα με τους πιστούς εκεί. ΠΑ 344.3

Την τελευταία βραδιά της παραμονής του εκεί οι αδελφοί «ήσαν συνηγμένοι δια την κλάσιν του άρτου.» Το γεγονός ότι ο αγαπημένος τους δάσκαλος ήταν έτοιμος να αναχωρήσει συγκέντρωσε μεγαλύτερο ακροατήριο από το συνηθισμένο. Είχαν συναθροιστεί «εις το ανώγειον,» στον τρίτο όροφο ενός κτιρίου. Εκεί από τη μεγάλη αγάπη και φροντίδα του γι’ αυτούς, ο απόστολος παρέτεινε το κήρυγμα μέχρι τα μεσάνυχτα. ΠΑ 344.4

Καθισμένος στο περβάζι ενός ανοικτού παραθύρου βρίσκονταν ένας νέος που λεγόταν Εύτυχος. Σ’ αυτό το επικίνδυνο σημείο είχε αποκοιμηθεί και από εκεί έπεσε κάτω στον αυλόγυρο. Αμέσως όλοι θορυβήθηκαν και αναστατώθηκαν. Σήκωσαν το παιδί πεθαμένο και πολλοί μαζεύτηκαν γύρω του με φωνές και θρηνωδίες. Ο Παύλος όμως πέρασε ανάμεσα στην τρομοκρατημένη ομήγυρη, αγκάλιασε το νέο και προσευχήθηκε γι’ αυτόν με θέρμη με σκοπό να επαναφέρει ο Θεός το νεκρό πίσω στη ζωή. Το αίτημά του εισακούστηκε. Ξεχωρίζοντας ανάμεσα στις θρηνωδίες και στα κλάματα, η φωνή του αποστόλου ακούστηκε να λέγει: «Μη θορυβείσθε διότι η ψυχή αυτού είναι εν αυτώ.» Γεμάτοι χαρά οι πιστοί ξαναμαζεύτηκαν στο ανώγειο όπου πήραν μέρος στην κοινωνία και τότε ο Παύλος τους «ωμίλησεν ικανώς μέχρι της αυγής.» ΠΑ 345.1

Το πλοίο με το οποίο ο Παύλος και οι σύντροφοί του θα συνέχιζαν το ταξίδι τους ήταν έτοιμο να ξεκινήσει και οι αδελφοί έσπευσαν να επιβιβαστούν. Ο απόστολος όμως προτίμησε να πάρει το συντομότερο δρόμο της στεριάς ανάμεσα στην Τροία και στην Άσσο όπου θα τους συναντούσε. Αυτό του έδωσε λίγο ελεύθερο καιρό για να σκεφθεί και να προσευχηθεί. Οι δυσκολίες και οι κίνδυνοι σχετικά με την επικείμενη επίσκεψή του στα Ιεροσόλυμα, η στάση της εκεί Εκκλησίας όσοναφορά τον ίδιο και το έργο του, καθώς και η κατάσταση και τα συμφέροντα του ευαγγελιστικού έργου στους διάφορους αγρούς, ήταν θέματα που απαιτούσαν βαθειά και σοβαρότατη σκέψη. Γι’ αυτό επωφελήθηκε από την ιδιαίτερη αυτή ευκαιρία ώστε να αναζητήσει το Θεό για δύναμη και καθοδήγηση. ΠΑ 345.2

Καθώς οι επιβάτες έπλεαν νότια της Άσσου, πέρασαν από την πόλη της Εφέσου που για τόσο διάστημα υπήρξε η σκηνή των μόχθων του αποστόλου. Ο Παύλος είχε μεγάλη επιθυμία να επισκεφθεί την Εκκλησία στην πόλη αυτή, επειδή είχε δώσει στους πιστούς σπουδαίες οδηγίες και συμβουλές. Αφού το σκέφτηκε όμως, αποφάσισε να συντομεύσει «διότι έσπευδεν, αν ήτο δυνατόν εις αυτόν, να ευρεθή την ημέραν της Πεντηκοστής εις Ιεροσόλυμα.» Αλλά φτάνοντας στη Μίλητο, τριάντα περίπου μίλια μακριά από την Έφεσο, πληροφορήθηκε ότι είχε τον καιρό να επικοινωνήσει με την εκκλησία πριν να αποπλεύσει το πλοίο. Έτσι ειδοποίησε αμέσως τους πρεσβύτερους ζητώντας τους να έρθουν γρήγορα στη Μίλητο για να τους δειπριν να συνεχίσει το ταξίδι του. ΠΑ 345.3

Ανταποκρινόμενοι στην πρόσκλησή του, ήρθαν και τότε τους μίλησε με βαρυσήμαντα, συγκινητικά,παροτρυντικά αποχαιρετιστήρια λόγια. «Σείς εξεύρετε,» τους είπε, «από της πρώτης ημέρας αφ’ ής επάτησα εις την Ασίαν, πως επέρασα μεθ’ υμών όλον τον χρόνον, δουλεύων τον Κύριον μετά πάσης ταπεινοφροσύνης και μετά πολλών δακρύων και πειρασμών οίτινες μοι συνέβησαν εν ταις επιβουλαίς των Ιουδαίων, ότι δεν υπέκρυψα ουδέν των συμφερόντων, ώστε να μη αναγγείλω αυτό πρός εσάς και να σας διδάξω δημοσία και κατ’ οίκους, διαμαρτυρόμενος πρός Ιουδαίους τε και Έλληνας την εις τον Θεόν μετάνοιαν και την πίστιν την εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν.» ΠΑ 346.1

Ο Παύλος είχε πάντοτε εξυψώσει το νόμο του Θεού. Είχε αποδείξει ότι ο νόμος δεν είχε τη δύναμη να σώσει τους ανθρώπους από την τιμωρία της παρακοής. Οι ένοχοι πρέπει να μετανοήσουν για τις αμαρτίες τους και να ταπεινωθούν μπροστά στο Θεό, λόγω της δίκαιας οργής που προκάλεσαν με το να παραβούν το νόμο Του. Έπρεπε επίσης να δείξουν πίστη στο αίμα του Χριστού ως το μοναδικό μέσο για τη συγχώρεσή τους. Ο Υιός του Θεού είχε θυσιαστεί γι’ αυτούς και είχε αναληφθεί στον ουρανό για να στέκει μπροστά στον Πατέρα σαν συνήγορός τους. Με τη μετάνοια και την πίστη πρέπει να ελευθερωθούν από την καταδίκη της αμαρτίας και με τη χάρη του Χριστού να μπορέσουν στο εξής να δείξουν υπακοή στο νόμο του Θεού. ΠΑ 346.2

«Και τώρα ιδού,» συνέχισε ο Παύλος «εγώ δεδεμένος τω πνεύματι υπάγω εις Ιερουσαλήμ, μη γνωρίζων τα μέλλοντα να συμβώσιν εις εμέ εν αυτή, πλήν ότι το Πνεύμα το Άγιον μαρτυρεί εν πάση πόλει λέγον ότι δεσμά και θλίψεις με περιμένουσι. Δεν φροντίζω όμως περί ουδενός τούτων, ουδέ έχω πολύτιμον την ζωήν μου, ως το να τελειώσω τον δρόμον μου μετά χαράς και την διακονίαν, την οποίαν έλαβον παρά του Κυρίου Ιησού, να διακηρύξω το ευαγγέλιον της χάριτος του Θεού. Και τώρα ιδού, εγώ εξεύρω ότι πλέον δεν θέλετε ιδεί το πρόσωπόν μου σεις πάντες, μεταξύ των οποίων διήλθον κηρύττων την βασιλείαν του Θεού.» ΠΑ 346.3

Ο Παύλος δεν είχε προμελετήσει να κάνει αυτή τη μαρτυρία, αλλά ενώ μιλούσε, του ήρθε το Πνεύμα της έμπνευσης επικυρώνοντας τους φόβους του ότι αυτή θα ήταν η τελευταία του συνάντηση με τους Εφεσίους αδελφούς. ΠΑ 347.1

«Όθεν μαρτύρομαι πρός εσάς εν τη σήμερον ημέρα, ότι εγώ είμαι καθαρός από του αίματος πάντων διότι δεν συνεστάλην να αναγγείλω πρός εσάς πάσαν την βουλήν του Θεού.» Κανένας φόβος μη τυχόν θίξει κάποιον, καμία επιθυμία για τη φιλία ή την επευφημία των ανθρώπων μπορούσε να κάνει τον Παύλο να αποκρύψει τα λόγια που ο Θεός του είχε δώσει για την καθοδήγηση, την προειδοποίηση ή την επανόρθωσή τους. Και σήμερα ο Θεός απαιτεί από τους δούλους Του να κηρύττουν άφοβα το λόγο Του και να εκτελούν τα διατάγματά Του. Ο θεράπων του Χριστού δεν πρέπει να παρουσιάζει στους ανθρώπους μόνο εκείνες τις αλήθειες που προκαλούν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση και να κατακρατεί άλλες που ενδέχεται να προξενήσουν λύπη. Οφείλει να παρακολουθεί με βαθύτατο ενδιαφέρον την ανάπτυξη του χαρακτήρα. Αν αντιληφθεί ότι ορισμένοι από το ποίμνιό του υποθάλπουν την αμαρτία οφείλει σαν πιστός ποιμένας να παράσχει την κατάλληλη νουθεσία από το λόγο του Θεού. Αν τους αφήσει με την εμπιστοσύνη που έχουν στον εαυτό τους να συνεχίσουν την πορεία τους απροειδοποίητοι, θα θεωρηθεί υπεύθυνος για τις ψυχές τους. Ο ποιμένας που εκπληρώνει την υψηλή αποστολή του πρέπει να δίνει στο ποίμνιό του πιστή νουθεσία για κάθε σημείο της χριστιανικής πίστης, δείχνοντας τους τι πρέπει να είναι και τι πρέπει να κάνουν προκειμένου να παρουσιαστούν τέλειοι την ημέρα του Κυρίου. Μόνο ο ευσυνείδητος δάσκαλος της αλήθειας θα μπορέσει στο τέλος του έργου του να πει μαζί με τον Παύλο: «Εγώ είμαι καθαρός από του αίματος πάντων.» ΠΑ 347.2

«Προσέχετε λοιπόν εις εαυτούς,» ο απόστολος παρότρυνε τους αδελφούς του, «και εις όλον το ποίμνιον εις το οποίον το Πνεύμα το Άγιον σας έθεσε επισκόπους, δια να ποιμαίνητε την εκκλησίαν του Θεού την οποίαν απέκτησε δια του ιδίου Αυτού αίματος.» Αν οι κήρυκες του Ευαγγελίου έφερναν διαρκώς κατά νου το γεγονός ότι έχουν να κάνουν με την εξαγορά του αίματος του Χριστού, θα είχαν βαθύτερη συναίσθηση της σπουδαιότητας του έργου τους. Πρέπει να προσέχουν τόσο τον εαυτό τους όσο και το ποίμνιό τους. Το δικό τους παράδειγμα πρέπει να απεικονίζει και να ενισχύει τη διδασκαλία τους. Σαν δάσκαλοι του τρόπου της ζωής δεν πρέπει να δίνουν αφορμή να δυσφημείται η αλήθεια. Σαν αντιπρόσωποι του Χριστού, πρέπει να διατηρούν την υπόληψη του ονόματος Του. Με την αφοσίωσή τους, με την αγνή ζωή τους και με τη θεοσεβή συζήτησή τους πρέπει να αποδειχθούν άξιοι της υψηλής κλήσης τους. ΠΑ 348.1

Οι κίνδυνοι που απειλούσαν την εκκλησία της Εφέσου αποκαλύφθηκαν στον απόστολο: «Εξεύρω τούτο,» είπε, «ότι μετά την αναχώρησίν μου θέλουσιν εισέλθει εις εσάς λύκοι βαρείς μη φειδόμενοι του ποιμνίου και εξ υμών αυτών θέλουσι σηκωθή άνθρωποι λαλούντες διεστραμμένα, δια να αποσπώσι τους μαθητάς οπίσω αυτών.» Ο Παύλος έτρεμε για την εκκλησία καθώς, ατενίζοντας στο μέλλον, διέκρινε τις επιθέσεις που αυτή θα υφίστατο τόσο από εξωτερικούς όσο και από εσωτερικούς εχθρούς. Με ειλικρινή και βαθυστόχαστο τρόπο ζήτησε από τους αδελφούς του να φυλάνε άγρυπνα την ιερή τους παρακαταθήκη. Για παράδειγμα τους έφερε τις ακούραστες προσπάθειες που κατέβαλε γι’ αυτούς. «Δια τούτο αγρυπνείτε, ενθυμούμενοι ότι τρία έτη νύκτα και ημέραν δεν έπαυσα νουθετών μετά δακρύων ένα έκαστον.» ΠΑ 348.2

«Και τώρα αδελφοί,» εξακολούθησε, «σας αφιερώνω εις τον Θεόν και εις τον λόγον της χάριτος Αυτού όστις δύναται να εποικοδομήση και να δώση εις εσάς κληρονομιάν μεταξύ πάντων των ηγιασμένων. Αργύριον ή χρυσίον ή ιμάτιον ουδενός επεθύμησα.» Μερικοί από τους Εφεσίους αδελφούς ήταν πλούσιοι. Αλλά ο Παύλος ποτέ δεν απέβλεψε σε κανένα προσωπικό κέρδος από αυτούς. Δεν συνήθιζε να ελκύει με το μήνυμά του την προσοχή στις ατομικές του ανάγκες. «Σείς δε αυτοί,» τους είπε, «εξεύρετε ότι εις τας χρείας μου και εις τους όντας μετ’ εμού αι χείρες αύται υπηρέτησαν.» Ανάμεσα στις επίπονες προσπάθειές του και στα εκτεταμένα του ταξίδια για χάρη του έργου του Χριστού, ήταν ικανός να φροντίζει όχι μόνο για τις δικές του ανάγκες, αλλά και να εξοικονομεί κάτι για τη συντήρηση των συνεργατών του και για την ανακούφιση των φτωχών που ήταν άξιοι για βοήθεια. Αυτό το κατόρθωνε μόνο με ακατάπαυστη εργατικότητα και με αιματηρές οικονομίες. Δικαιολογημένα τους υπέδειχνε το δικό του παράδειγμα όταν έλεγε: «Κατά πάντα υπέδειξα εις εσάς ότι ούτω κοπιάζοντες πρέπει να βοηθήτε τους ασθενείς και να ενθυμήσθε τους λόγους του Κυρίου Ιησού, ότι Αυτός είπε: Μακάριον είναι να δίδη τις μάλλον παρά να λαμβάνη.» ΠΑ 349.1

«Και αφού είπε ταύτα, γονατίσας προσηυχήθη μετά πάντων αυτών. Έγινε δε πολύς κλαυθμός πάντων, και πεσόντες επί τον τράχηλον του Παύλου κατεφίλουν αυτόν, υπερλυπούμενοι μάλιστα δια τον λόγον τον οποίον είπεν, ότι δεν θέλουσιν ιδεί πλέον το πρόσωπον αυτού. Και προέπεμπον αυτόν εις το πλοίον.» ΠΑ 349.2

Από τη Μίλητο οι ταξιδιώτες έπλευσαν «κατ’ ευθείαν εις την Κών, την δε ακόλουθον ημέραν εις την Ρόδον και εκείθεν εις Πάταρα,» στη νοτιοδυτική ακτή της Μικράς Ασίας όπου, «ευρόντες πλοίον μέλλον να περάση εις Φοινίκην, επέβημεν,» λέγει ο Λουκάς, «εις αυτό και απεπλεύσαμεν. » Στην Τύρο όπου το πλοίο ξεφόρτωσε, βρήκαν μερικούς μαθητές με τους οποίους είχαν την ευκαιρία να περάσουν επτά ημέρες. Μέσω του Αγίου Πνεύματος, οι μαθητές προειδοποιήθηκαν για τους κινδύνους που περίμεναν τον Παύλο στα Ιεροσόλυμα και τον παρακαλούσαν «να μη αναβή εις Ιερουσαλήμ.» Αλλά ο απόστολος δεν επέτρεπε στο φόβο για τα δεινά και τη φυλάκιση να τον αποτρέψει από το σκοπό του. ΠΑ 349.3

Στο τέλος της εβδομάδας που πέρασαν στην Τύρο, όλοι οι αδελφοί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους ξεπροβόδισαν τον Παύλο μέχρι το πλοίο και πριν εκείνος επιβιβασθεί σ’ αυτό γονάτισαν στο γιαλό και προσευχήθηκαν γι’ αυτόν και αυτός για εκείνους. ΠΑ 350.1

Συνεχίζοντας το ταξίδι τους προς νότο, οι ταξιδιώτες έφθασαν στην Καισάρεια «και εισελθόντες εις τον οίκον Φιλίππου του ευαγγελιστού, του όντος εκ των επτά, εμείναμεν παρ’ αυτώ.» Εδώ ο Παύλος πέρασε μερικές ήσυχες, χαρούμενες ημέρες, τις τελευταίες ημέρες απόλυτης ελευθερίας που του έμελλε να περάσει για πολύ καιρό. ΠΑ 350.2

Ενώ ο Παύλος διέμενε στην Καισάρεια, «κατέβη από της Ιουδαίας προφήτης τις ονόματι Άγαβος, και ελθών πρός ημάς,» λέγει ο Λουκάς, «έλαβε την ζώνην του Παύλου και δέσας τας χείρας αυτού και τους πόδας, είπε Τούτο λέγει το Πνεύμα το Αγιον Τον άνδρα, του οποίου είναι η ζώνη αύτη, ούτω θέλουσι δέσει εν Ιερουσαλήμ οι Ιουδαίοι και θέλουσι παραδώσει εις τας χείρας των εθνών.» ΠΑ 350.3

«Ως ηκούσαμεν ταύτα,» συνεχίζει ο Λουκάς, «παρακαλούμεν αυτόν και ημείς και οι εντόπιοι να μη αναβή εις Ιερουσαλήμ.» Αδύνατο όμως ο Παύλος να παρεκκλίνει από το δρόμο του καθήκοντος. Θα ακολουθούσε το Χριστό αν έκανε ανάγκη μέχρι τη φυλακή ακόμη και το θάνατο. «Τι κάμνετε, κλαίοντες και καταθλίβοντες την καρδίαν μου;» φώναξε«Επειδή εγώ ουχί μόνον να δεθώ αλλά και να αποθάνω εις Ιερουσαλήμ είμαι έτοιμος υπέρ του ονόματος του Κυρίου Ιησού.» Βλέποντας ότι του προξενούσαν μόνο λύπη χωρίς να μπορούν να του αλλάξουν τη γνώμη, οι αδελφοί έπαψαν να τον ενοχλούν λέγοντας: «Ας γίνη το θέλημα του Κυρίου.» ΠΑ 350.4

Σε λίγο το σύντομο διάστημα της παραμονής στην Καισάρεια έληξε και, συνοδευόμενος από μερικούς αδελφούς, ο Παύλος και η συντροφιά του ξεκίνησαν για τα Ιεροσόλυμα, με την προαίσθηση του επερχομένου κακού να πιέζει βαριά τις καρδιές τους. ΠΑ 350.5

Ποτέ προηγουμένως ο απόστολος δεν είχε πλησιάσει τα Ιεροσόλυμα με τέτοια βαριά καρδιά. Ήξερε ότι θα εύρισκε εκεί λιγοστούς φίλους και πολλούς εχθρούς. Πλησίαζε την πόλη που είχε απορρίψει και φονεύσει τον Υιό του Θεού και πάνω από την οποία απειλητικά τώρα αιωρούνταν τα σύννεφα της θεϊκής οργής. Θυμούμενος τη δική του θανάσιμη προκατάληψη κατά των οπαδών του Χριστού, ένοιωθε βαθύτατο οίκτο για τους παραπλανημένους συμπατριώτες του. Πόσο αμυδρή όμως ελπίδα είχε ότι θα μπορούσε να τους βοηθήσει! Το ίδιο τυφλό πάθος που φλόγιζε άλλοτε τα στήθη του, έκαιγε τώρα με απεριόριστη δύναμη στην καρδιά ενός ολόκληρου έθνους εναντίον του. ΠΑ 351.1

Και δεν μπορούσε να υπολογίζει στη συμπάθεια και στην υποστήριξη ούτε ακόμη και των ομοπίστων αδελφών του. Οι αμετάπιστοι Ιουδαίοι που είχαν ακολουθήσει με τέτοια σχολαστικότητα τα ίχνη του, δεν άργησαν να διαδώσουν τα πιο δυσμενή σχόλια προφορικά και γραπτά στα Ιεροσόλυμα τόσο γι’ αυτόν, όσο και για το έργο του. Μερικοί, ακόμη και μεταξύ των αποστόλων και πρεσβυτέρων, είχαν πιστέψει στις διαδόσεις αυτές, χωρίς να καταβάλλουν καμία προσπάθεια να τις αντικρούσουν, ούτε και να εκδηλώσουν καμία διάθεση να συμφωνήσουν μαζί του. ΠΑ 351.2

Παρ’ όλες όμως τις απογοητεύσεις, ο απόστολος δεν απελπίσθηκε. Είχε την πεποίθηση ότι η Φωνή που μίλησε στη δική του καρδιά μπορούσε να μιλήσει στις καρδιές των συμπατριωτών του. Πίστευεβαθύτατα ότι ο Δάσκαλος τον οποίο οι συναπόστολοί του αγαπούσαν και υπηρετούσαν ήταν ακόμη ικανός να ενώσει τις καρδιές τους με τη δική Του για το έργο του Ευαγγελίου. ΠΑ 351.3